Αρχείο για Ιανουαρίου 5th, 2008

the greek.

 

Η φωνή του ήταν στεγνή, ο λαιμός του είχε φράξει.
-Αφεντικό, είπε, ώρα να κοιμηθείς. Αύριο θα ξυπνήσεις χαράματα για το Κάστρο, να πάρεις το βαπόρι. Καληνύχτα!
-Δε νυστάζω, αποκρίθηκα˙ θα μείνω. Είναι η τελευταία βραδιά που περνούμε μαζί.
-Μα ίσια ίσια γι’αυτό πρέπει να τελειώνουμε σύντομα, φώναξε ο Ζορμπάς κι αναποδογύρισε το αδειασμένο του ποτήρι, σημάδι πως δεν ήθελε άλλο να πιεί. Να, έτσι όπως οι καλοί άντρες κόβουν το τσιγάρο, το κρασί, το ζάρι˙ παλικαρίσια.
»Ο πατέρας μου, πρέπει να ξέρεις, ήταν παλικάρι με ουρά˙ μη με κοιτάζεις εμένα˙ εγώ’μαι ξεφυσίδι˙ χαρτωσιά δεν πιάνω μπροστά του. Αυτός ήταν από τους παλιούς Έλληνες που λένε˙ έπιανε τη χέρα σου και σου’σπαζε τα κόκαλα. Εγώ μπορώ και μιλώ συσταζούμενα σαν άνθρωπος κάπου κάπου˙ μα ο πατέρας μου μούγκριζε, χλιμίντριζε και τραγουδούσε˙ σπάνια έβγαινε από το στόμα του στρωτός ανθρώπινος λόγος.
»Αυτός λοιπόν είχε όλα τα πάθη˙ μα τα’κοψε όλα, με το σπαθί. Κάπνιζε σα φουγάρο˙ ένα πρωί σηκώθηκε, πήγε στο χωράφι ν’αλετρίσει, έφτασε, ακούμπησε στο φράχτη, έχωσε, θεριακλής όπως ήταν, με λαχτάρα το χέρι του στη ζώνη, να βγάλει την καπνοσακούλα, να στρίψει ένα τσιγάρο πριν πιάσει δουλειά. Τραβάει την καπνοσακούλα, άδεια, πανί με πανί˙ είχε ξεχάσει να την γεμίσει στο σπίτι.
»Άφρισε από το κακό του, μούγκρισε˙ και μονομιάς, μ’ένα πήδο, στράφηκε πίσω κι άρχισε να τρέχει κατά το χωριό˙ τον είχε, βλέπεις, κυριέψει το πάθος. Μα ξαφνικά, εκεί που’τρεχε – ο άνθρωπος σου λέω είναι μυστήριο – στάθηκε, ντράπηκε, έβγαλε την καπνοσακούλα, την έκανε με τα δόντια του χίλια κομάτια και την τσαλαπάτησε λυσσασμένος
»-Άτιμη, άτιμη! μούγκριζε˙ πουτάνα!
»Κι από την ώρα εκείνη, σε όλη του τη ζωή, δεν έβαλε τσιγάρο στο στόμα του.
»Έτσι κάνουν τα παλικάρια, αφεντικό˙ καληνύχτα!

(Απόσπασμα από το “Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά” του Νίκου Καζαντζάκη, το πολυτονικό σύστημα του ταιριάζει πολύ καλύτερα βέβαια.)